17/4/07

Κείμενο του Στάθη Σταυρόπουλου στην "Ελευθεροτυπία" στις 11/04/07

Το είδα στο ΔΕ ΜΑΣΑΜΕ ΡΕ , εντυπωσιάστηκα για μια ακόμη φορά από την τρομερή δυνατότητα έκφρασης που διαθέτουν κάποιοι άνθρωποι και το παραθέτω:

"Του φάγανε τις οικονομίες στο Χρηματιστήριο. Αμφιβάλλει αν θα πάρει σύνταξη. Του ζητάνε όλο και περισσότερα, απολαμβάνει όλο και λιγότερα.

Στην τηλεόραση πέφτει συνεχώς σε έρεβος. Σκατόφατσες φιγουράρουν γύρω του, του λένε τι να κάνει, τον απειλούν τι να μην κάνει, τον κλέβουν και από πάνω τού ζητάνε και τα ρέστα που δεν βγάζει περισσότερα για να του κλέψουν κι άλλα.

Ενας φίλος του παλιός, αριστερός, έχει φύγει από χρόνια βόλτα με τον Ντεριντά για το υπερπέραν. Φράγκα για να βγει δεν περισσεύουν. Σιγοβράζει στο ζουμί του. Πικρό, σαν το δηλητήριο του Μιθριδάτη, ανεπαισθήτως, μέσα στην ίδια του τη φορμόλη θνήσκει...

Το πρωί ξυπνάει νωρίς για να πάει στη δουλειά. Πίνοντας τον καφέ του σκέφτεται ότι δουλεύει περισσότερο από κάθε άλλον ευρωπαίο, πληρώνεται περίπου τα μισά ενώ το κόστος της ζωής του είναι περίπου επίσης στα διπλά.

Για να πάει στη δουλειά τού βγαίνει η πίστη ανάποδα μέσα στο χάος της κυκλοφορίας, κάτω απ' τη μοχθηρή πρόσοψη μιας απρόσωπης πόλης, στολισμένης μόνον με βουλιμικές διαφημίσεις.

Νοιώθει την οργή και τη σιχασιά των πλησίον του ένα γύρω, καθώς όλοι φαίνονται να κυνηγούν την ουρά τους για να βγάλουν την ημέρα. Αλλοι άνεργοι, άλλοι σε δουλειές του ποδαριού, άλλοι εργάτες που τους ενοικιάζουν εταιρείες σε άλλες εταιρείες, κι όλοι με την ψυχή στο στόμα να τα φέρουν βόλτα.

Χρεωμένοι οι περισσότεροι πατώκορφα στις Τράπεζες. Μισθοσυντήρητοι που, γύρω στις 20-25 εκάστου μηνός, σηκώνουν τα χέρια ψηλά με τα λεφτά να έχουν φύγει στο σούπερ-μάρκετ (που όλο και ακριβαίνει), στα δίδακτρα για τα φροντιστήρια των παιδιών (που γίνονται όλο και πιο πολλά για όλο και πιο πολλές ανάγκες - αγγλικά, μουσική, βιβλία, σιντί) -«να σου χέσω τη δωρεάν παιδεία», μουγκρίζει ο δικός μας και μουντζώνει τα πτυχία του- όταν βγήκε στον δρόμο για να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες ζωής τον είπαν «ρετιρέ» τα ομιλούντα ταγιέρ και οι ομιλούσες γραβάτες στην τηλεόραση - δηλαδή το κόμμα.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένοιωθε μαλάκας. Και με το προηγούμενο κόμμα στην εξουσία, πάλι την ίδια απαξίωση είχε υποστεί! απ' τις ίδιες ομιλούσες γραβάτες! Βλαστήμησε την τύχη του, αλλά θυμήθηκε να μουντζώσει και τα πτυχία των παιδιών του - με ντοκτορά για χίλια ευρώ, κι αυτά όχι σίγουρα, τα πάνε τα έρμα...

Δεν έπρεπε να χρεωθεί. Τώρα έχει αιχμαλωτισθεί. Εφ' όρου ζωής! Πει και χάσει τη δουλειά του την έβαψε. Κάνει τον μαλάκα. Κάνε-κάνε τον μαλάκα, γίνεσαι. Και όταν γίνεσαι το εκπέμπεις. Ισως για αυτό στην Εφορία τού φέρονται σαν σε ζώο. Κι όχι μόνον στην Εφορία. Παντού όπου συναλλάσσεται. Εχει να νοιώσει αξιοπρεπής από παιδάκι.

Σφίγγει τα δόντια, τίποτα γύρω του δεν δουλεύει καλά. Μόλις προχθές διάβαζε πως το Σύστημα (;) Υγείας τροφοδοτεί με πακτωλό χρημάτων τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα. Στο σχολείο των παιδιών δεν ψάχνονται πια για τίποτα. Τουλάχιστον οι περισσότεροι. Καμμιά αγάπη για τίποτα. Πλην ολίγων καθηγητών (ή πολλών, πού πια να ξέρει) οι υπόλοιποι είναι για τα μπάζα.

Αλλά κι αυτούς τους εξευτέλισε το κράτος σαράντα φορές. Οπως τους γεωργούς, μόνον τα λαμόγια τη βγάζουν ζάχαρη, οι νταβατζήδες, οι μεγαλόσχημοι, οι αεριτζήδες, οι γιάπηδες.

Ο,τι πουστιά και αν κάνουν, ατιμώρητοι! Τρώνε τα λεφτά των Ταμείων, υποκλέπτουν τις τηλεφωνικές συνομιλίες του Πρωθυπουργού, βουλιάζουν καράβια, κάνουν καρτέλ απ' το γάλα έως τη βενζίνα, και δεν συμβαίνει τίποτα.

Το πολύ να ασχοληθεί μαζί τους κάποια ανεξάρτητη Αρχή, ώσπου να εκφυλισθεί η υπόθεση μέσα στα χρόνια και να εξαερωθεί.

Τριάντα χρόνια τώρα, η ίδια ιστορία. Κλέβουν τον γεωργό στο χωράφι και τον πολίτη στο παζάρι. Μόνον όνομα τού άλλαξαν· τώρα τον προσαγορεύουν καταναλωτή και κάτι έγινε! Γενικώς, τα τελευταία χρόνια
πήγε το φούμαρο σύννεφο, έφθασε να του φαίνεται σαν να ζει ξένη ζωή. Τη ζωή των άλλων στις διαφημίσεις.

Με τη γυναίκα του δεν μιλάει πολύ, καρφωμένος μπροστά στην τιβή, βλέπει τους μαλάκες και ξεχνιέται. Ωσπου να αποκοιμηθεί. Ή μήπως δεν είναι εκείνοι οι μαλάκες και είναι αυτός; Με τους φίλους του μιλάνε για επιτόκια-πιστωτικές κάρτες και κινητά τη νέα αγία τριάδα, που αντικατέστησε χρεωκοπημένα τρίπτυχα.

Του λείπουν οι ποιητές, οι ζεστές κουβέντες, ακόμα και η πολυτέλεια της αγωνίας για τα κοινά. Σιγοκλείνει τα μάτια όπως μπροστά στην οθόνη, αλλά πετάγεται, ξυπνά, η ημέρα μόλις τώρα αρχίζει - η κάμερα απέναντί του, που παρακολουθεί την κυκλοφορία, καρφώνεται πάνω του, σαν να τον κοιτά μέσα στα μάτια, ειρωνικά - και να σκεφτείς ότι του φάγανε ένα κάρο λεφτά για να του τη στήσουν καρσί στο μυαλό - το σκέφτεται, φορτώνει και φτύνει αγριεμένος, μαζεύεται, δεν είναι ορθώς σωστό να φτύνει δεξιά-αριστερά.


Η ημέρα δεν έχει καλά-καλά ξεκινήσει κι αυτός δεν νοιώθει καθόλου καλά. Νοιώθει ότι ζει σε ένα σαρδελοκούτι. Ετσι ως έτυχε, χωρίς λόγο. Μόνο για να πλακώνεται με τις άλλες σαρδέλες. Δεν γαμιέται - ώπα! πρόσεχε τις λέξεις σου (για να μην πω τις σκέψεις σου), μπορεί να μην αρέσουν στους δικαστές. Εχουν μια τάση να θέλουν να γράψουν οι ίδιοι τις εφημερίδες τελευταίως. Αλλά ποιες εφημερίδες; Δεν διαβάζει πια ούτε εφημερίδες. Ολες τα ίδια λένε, όλοι ίδιοι είναι - τρίχες! - ξέρει ότι δεν είναι έτσι, αλλά και τι έγινε που δεν είναι έτσι!;"

Δεν υπάρχουν σχόλια: